Το Πρωτάθλημα της κρίσης τέλειωσε με ένα παιχνίδι που μας έκανε, προσωρινά, να την ξεχάσουμε. Κέρδισε ο συντριπτικά καλύτερος και, συμπτωματικά, αυτός του οποίου ο λαός το είχε περισσότερη ανάγκη. Η συγκυρία, που ήταν διαρκώς παρούσα σε αυτή τη διοργάνωση, και σε αυτή τη στήλη, αγκάλιασε ώς το τέλος το ποδόσφαιρο.
Σε όλα σχεδόν τα παιχνίδια, η πρωταθλήτρια Ισπανία προσπαθούσε και δεν τα κατάφερνε να μιμηθεί τον καλό εαυτό της. Πιο άγονη κατοχή, λιγότερες ιδέες και φάσεις, πιο αργά πόδια και καλύτερος παίκτης ο κυματοθραύστης Κασίγιας. Στον τελικό, όμως, και ιδίως στο πρώτο ημίχρονο, ήταν η πραγματική Ισπανία, μια φρέσκια, εκθαμβωτική και εκθαμβωτικά δεμένη ομάδα. Παιχνίδι με το παιχνίδι η Ιταλία είχε χτίσει νέα ομάδα και αυτοπεποίθηση, με αποκορύφωμα την πολύ κοντά στο άριστα εμφάνισή της στον ημιτελικό με τη Γερμανία – που όμως πιθανότατα την εξουθένωσε. Καλύτερός της παίκτης, και καλύτερος παίκτης του τουρνουά, παρά την ήττα του στον τελικό από τον Ινιέστα, ο μαέστρος Αντρέα Πίρλο, αλλά πολυτιμότερη όλων η συμβολή του προπονητή Πραντέλι, ενός σπουδαίου ανθρώπου – γιατί, αντίθετα από ό,τι πιστεύουν αυτοί που δεν το καταλαβαίνουν, και το ποδόσφαιρο στηρίζεται στην ανθρωπιά. Στον τελικό, η μπλε ομάδα άργησε να πάρει μπρος, βρέθηκε πίσω, έχασε τους γρήγορους Ισπανούς και την αίσθηση του αγώνα. Ηττήθηκε υπερβολικά εύκολα, κι έτσι χάλασε, με την ταπείνωση του 4-0, τις καλές γενικές εντυπώσεις. Με αυτή τη νίκη Ισπανία ενίσχυσε έναν πιθανώς αξεπέραστο μύθο ανίκητου.
Τα πράγματα, λοιπόν, βελτιώθηκαν προς το τέλος σε αυτό το Ευρωπαϊκό. Το Μνημόνιο της απογοήτευσης αποφεύχθηκε. Για τους νικητές, και για αρκετούς λαούς, είναι σημάδι, αλλά σημάδι μόνο, ευρύτερης ελπίδας.