ΞΑΝΑΧΤΥΠΗΣΕ Η ΚΥΡΙΑ ΠΑΝΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ!! ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ
ΤΑ ΤΟΚ ΣΟΟΥ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ
ΑΓΟΡΑΣ. ΟΠΟΥ ΚΑΤΙ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΙ
ΣΟΟΥΜΑΝ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΟΥΝ ΕΡΓΑ
ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΟΠΩΣ ΟΙ ΓΝΩΣΤΟΙ
ΚΑΙ ΜΗ ΕΞΑΙΡΕΤΕΟΙ ΣΙΡΙΑΛΙΣΤΕΣ
Γιατί ποια η διαφορά ανάμεσα στην καζούρα που στήνει για να ξεσηκώνει το κοινό της η πλέον λαϊκίστρια των πρωινάδικων ξεμπροστιάζοντας κάποιους δυστυχείς συνανθρώπους μας με τους υπερπόντιους καθηγητάδες που για να γίνουν αρεστοί στους πετρελαιάδες σπόνσορες των πανεπιστημίων τους στην πολυπολιτισμική Αμερική αποσκορακίζουν την εθνική τους Παιδεία και την εθνική τους Λογοτεχνία, συχνά εισπράττοντας και κάποια εκατομμύρια από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού.

Υπερβάλλω; Ιδού λοιπόν ο καθηγητής της Έδρας Νεοελληνικών Σπουδών Κ.Π. Καβάφης στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν των ΗΠΑ κ. Βασίλης Λαμπρόπουλος σε προκλητικές συνεντεύξεις- πιρουέτες στον ελληνικό Τύπο («Καθημερινή») πώς χαρακτηρίζει με τάχα μου θεωρητικά εφόδια αναγνωρίσιμων ξοφλημένων πλέον, τουλάχιστον στην Ευρώπη, μεταμοντέρνων και αποδομητικών εργαλείων το νεοελληνικό ήθος, ύφος, κτλ.

Ρωτιέται από τη δημοσιογράφο Άννα Γριμάνη (που διαθέτει μόνιμη σελίδα στην εφημερίδα και στο ένθετό της περιοδικό με τίτλο «Πατριδογνωσία» και πάγιες ερωτήσεις- έχουν ως τώρα απαντήσει δεκάδες αξιόλογοι Έλληνες) αν « η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;» και απαντά: «Η “ελληνικότητα” ήταν ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα διανοουμένων του Μεσοπολέμου το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον ανεπανόρθωτο τραυματισμό του Οικουμενικού Ελληνισμού του 1922. Αντικατέστησε τον κοσμοπολιτισμό ενός Καβάφη με την τοπογραφία του Ελύτη, προσφέροντας αίσθημα για συνείδηση» (θέλει να πει «αντί για συνείδηση» τέλος πάντων ξεχνάς τα ελληνικά στο Μίτσιγκαν, μικρό το κακό).

Ο επιχορηγούμενος από το ελληνικό κράτος αυτός «οικουμενικός Έλλην» αγνοεί, ντιπ κατά ντιπ, την ιστορία των ιδεών στην πριν γενέθλια χώρα του, ως ο όρος ελληνικότητα κατασκευάστηκε μετά το 1922. Αν μού το έγραφε μαθητής Λυκείου θα έπαιρνε κουλούρα, που έλεγε και ο δάσκαλός μου στο Δημοτικό. Το 1981 η Β΄ έδρα κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου οργάνωσε συνέδριο με τον γενικό τίτλο «Ελληνισμός και Ελληνικότητα- ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της Νεοελληνικής Κοινωνίας» (συντονιστής ο καθηγητής Δημ. Τσαούσης). Εισηγητές: Τσαούσης, Λεονταρίτης, Κ. Τσουκαλάς, Π. Διαμαντούρος, Θ. Βερέμης, Γ. Μαυρογορδάτος, Ν. Αλιβιζάτος, Χ. Ροζάκης, Α. Φατούρος, Π. Κιτρομηλίδης, Λ. Μουσούρου, Δ. Μαρωνίτης, Α. Αργυρίου, Μ. Δραγούμης, Δ. Κοκκινίδης, Δ. Φιλιππίδης, Γ. Βέλτσος, Α. Δημαράς, Χ. Γιανναράς, Α. Νέστορος-Κυριακίδου, Κ. Γεωργουσόπουλος. Οι εισηγήσεις κυκλοφόρησαν σε τόμο από τις εκδόσεις «Εστία» (1983). Εκεί λοιπόν ο μπουμπούνας κ. Λαμπρόπουλος θα μπορούσε να πληροφορηθεί πότε, πώς, από ποιους και για ποιο σκοπό δημιουργήθηκε ο όρος «Ελληνικότητα». Αν μάλιστα διαθέτει η έδρα του και το λεξικό του Κουμανούδη, θα εμπεδώσει πως ο όρος αυτός «επλάσθη» από τον Κωνσταντίνο Πωπ το 1851. Δεν γνωρίζω τι πρεσβεύουν οι οικουμενικοί Έλληνες περί γλώσσης, αλλά εδώ και στην άλλη Ευρώπη ισχυριζόμαστε πως ένας νέος όρος εισάγεται στη γλώσσα για να εκφράσει κάτι νέον ή κάτι που αναδύεται στη συνείδηση και δεν έχει όνομα.

Αφήνω πως και η σύμφυτη λέξη αυτογνωσία με το νόημα της ελληνικής συνείδησης (που δεν είναι βέβαια αίσθημα μόνο) εισάγεται με άλλο νόημα απ΄ ό,τι στην αρχαία γλώσσα από τον Κωνσταντίνο Κούμα το 1819!! Τώρα όσο για το περιεχόμενο και τις περιπέτειες του όρου ελληνικότητα, τα 150 χρόνια ο οικουμενικός Έλλην κ. Λαμπρόπουλος αφού τα μελετήσει στο εν λόγω βιβλίο, θα το εξετάσουμε και θα βαθμολογηθεί.

Αλλά τι κάθομαι τώρα και λέω, αφού οι οικουμενικοί Έλληνες (πού θα πάει, θα αποκαλύψουν πώς το οικουμενικός είναι ψευδώνυμο του παγκοσμιοποιημένος) ισχυρίζονται εδώ και χρόνια πως «ο ελληνισμός είναι άνευ έθνους», δηλαδή «πολιτισμικό φαινόμενο και πρότυπο χωρίς κέντρο». Κάτι σαν τη Μότορ Όιλ και τη Μαρφίν. Ή μήπως τη Χιουντάι; Επειδή για τη θεωρία τους «αλήθεια, πραγματικότητα, γεγονός, τεκμήριο και απόδειξη δεν μπορούμε να τα παίρνουμε τοις μετρητοίς: είναι πολιτισμικά κατασκευάσματα» ούτε η Ελλάδα υπάρχει ούτε η ελληνική Λογοτεχνία, όλα αυτά είναι επινοήματα. Έτσι το μόνο παραδεκτό είναι η εικόνα που σχηματίζει ο θεατής ή ο αναγνώστης ή ο πολίτης για κάθε θέαμα, ανάγνωσμα, θεσμό.

Και κάθε υποκειμενική, άκρως σχετικιστική γνώμη, είναι εξίσου έγκυρη και νόμιμη. Π.χ. η Ελλάδα της Πάνια, του Καστοριάδη, του Ρεχάγκελ και του Μπιν Λάντεν είναι εξίσου σεβαστές και «νιώθονται». Έτσι όταν ο Λαμπρόπουλος ρωτιέται «τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησε», απαντά: «το κάλεσμα του κόρνου και την απάντηση του πιάνου στην αρχή του 2ου κοντσέρτου του Μπραμς. Είναι κάτι που εγώ το έπλασα ελληνικό». Αν αυτό ως απάντηση είναι ισότιμο και εξίσου νόμιμο με τη γνωστή και πάγια απάντηση του Μπόμπου σε όποια ερώτηση της δασκάλας του, ότι δηλαδή ό,τι και να τον ρωτήσει αυτού του θυμίζει και το μυαλό του πάει στο «πουτί», δεν το εικάζω εγώ αλλά η οικουμενική ελληνική θεωρία.

Στην ερώτηση «τι τον χαλάει», απαντά «η προγονολατρία που εστιάζεται στις “χαμένες πατρίδες” και συντελεί να αγνοούνται

Οι οικουμενικοί Έλληνες ισχυρίζονται εδώ και χρόνια πως «ο ελληνισμός είναι άνευ έθνους»

οι υπάρχουσες πατρίδες. Η νοσταλγία για Σμύρνη, Αλεξάνδρεια και Οδησσό, που ενθαρρύνει την αδιαφορία για Ντιτρόιτ, Μελβούρνη, Τορόντο». Έτσι είναι: γιατί νοσταλγείς, σού λέει ο άλλος, Κόντογλου, Σεφέρη, Βενέζη, Καβάφη, Γληνό, Κυβέλη και αγνοείς κοτζάμ Λαμπρόπουλο. Θα τον νοσταλγήσεις με το ζόρι. Ρωτιέται ποιο ελληνικό «πρέπει» να πέταγε. Απαντά: Πέταξα τη σεφερική εντολή «Δέξου ποιος είσαι. Το ποίημα, θρέψε το με χώμα και το βράχο που έχεις. Τα περισσότερα σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».

Ο κ. Λαμπρόπουλος, αφού τα πέταξε, χώμα και βράχο, αν μπορεί να σκάβει σε ξένο τόπο, είναι αυτονόητο πως ή πετρέλαιο θα βγάλει ή τα κόκαλα κανενός Ινδιάνου ή το καταψυγμένο σκήνωμα του Ντίσνεϊ!! Θέλετε εν κατακλείδι να βεβαιωθείτε τι διδάσκει στους φοιτητές του στο Μίτσιγκαν ο κ. Λαμπρόπουλος; Θα διαψευσθείτε αν νομίζετε πως διδάσκει Καβάφη ή Σολωμό (καλά, Σεφέρη και Ελύτη καταλάβαμε αν διδάσκει ή φτύνει). Όχι, διδάσκει ποιητές με ερωτικές ιδιαιτερότητες ή άλλες ιδιαιτερότητες. Δεν τον ενδιαφέρει η ποίηση, αλλά οι ποιητές. Οικουμενικός Ελληνας ποιητής είναι όποιος νομίζεται για τέτοιος, ακόμη και ο φούφουτος, αφού αρέσει στο Αμερικανάκι;