1. ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΛΟΓΩ ΚΡΙΣΗΣ:
Οι απώλειες που καταγράφουν τα ασφαλιστικά ταμεία λόγω της ύφεσης είναι τεράστιες. Οι ασφαλιστικές επιλογές της τρόικας και των ελληνικών κυβερνήσεων κατά την περίοδο 2010-2014 επέφεραν μία μείωση (45%) των κύριων, επικουρικών συντάξεων και του εφάπαξ, επιδείνωσαν σημαντικά το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων και ταυτόχρονα συνέβαλαν στην ανησυχητική μείωση του αποθεματικού κεφαλαίου της κοινωνικής ασφάλισης (4,5 δις.ευρώ,2013).
Αυτό συνέβη λόγω της αύξησης του αριθμού των συνταξιούχων κατά 600.000 άτομα την τελευταία πενταετία, παράλληλα με τη μείωση των εσόδων λόγω του ΡSI (12,5 δισ. ευρώ), της μείωσης της κρατικής επιχορήγησης από 18,9 δισ. ευρώ το 2010 σε 8,6 δισ. ευρώ το 2015, της υψηλής ανεργίας (-6,5 δισ. ευρώ το 2014), της μείωσης των μισθών (-4 δισ. ευρώ,-33%), της εισφοροδιαφυγής (-15 δισ. ευρώ, 2014) και των οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία (-17,4 δισ. ευρώ, 2014).
Αφανίζονται τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείωντα οποία λεηλατήθηκαν από το ιδιο το κράτος! Είναι χαρακτηριστικο το γεγονός ότι κατά 21,5 δισ. ευρώ μειώθηκαν τα αποθεματικά του ασφαλιστικού συστήματος στην Ελλάδα τα πέντε τελευταία πέντε χρόνια!
Συγκεκριμένα από τα 26 δισ. ευρώ που έφταναν τα αποθεματικά των Ταμείων το 2009, άγγιξαν τα 4,5 δισ. ευρώ το 2013(στοιχεια ΙΝΕ ΓΣΕΕ). Η πρώτη μεγάλη απώλεια ξεκίνησε με τον αναγκαστικό νόμο 1611/1950, η ισχύς του οποίου έληξε το 1994.
Ο νόμος επέβαλλε την κατάθεση των αποθεματικών των Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας και ο τόκος καθοριζόταν από την αρμόδια Νομισματική Επιτροπή. Οι τόκοι που ορίζονταν επί δεκαετίες ήταν αρκετά χαμηλότεροι του πληθωρισμού και του επιτοκίου τραπεζικών καταθέσεων. Ειναι χαρακτηριστικό ότι το 1955 – 1973 η Νομισματική Επιτροπή όρισε ένα επιτόκιο 4% για τα αποθεματικά των Ταμείων, όταν τα επιτόκια των καταθέσεων κυμαίνονταν μεταξύ 5% και 9,5%.
Οι μεγαλύτερες απώλειες των Ταμείων προκλήθηκαν στην περίοδο 1974-1994, όταν ο πληθωρισμός αυξήθηκε δραστικά στο επίπεδο του 20% περίπου. Σε όλη αυτή την περίοδο, τα ειδικά επιτόκια της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν κατώτερα των τρεχόντων επιτοκίων καταθέσεων. Για την περίοδο 1951- 1975 οι απώλειες υπολογίζονται σε 58 δισ. ευρώ.
Συνολικά περίπου 21 δισ. ευρώ ήταν πριν από το PSI τοποθετημένα σε ομόλογα. Οι απώλειες σε ονομαστικές αξίες είναι της τάξης του 53% και σε πραγματικές αξίες άνω του 70%.Αν μάλιστα, λάβουμε υπόψη τις τιμές διαπραγμάτευσης των νέων ομολόγων λήξεως 2023-2042, καταγράφονται απώλειες άνω του 70% για τα ταμεία.
Μάλιστα, τα ταμεία έχουν απώλειες και από τις ετήσιες αποδόσεις από τόκους και προσόδους. Και αυτό γιατί τα Ταμεία είχαν ετήσιες αποδόσεις από τόκους και προσόδους περίπου 700-800 εκατ. ευρώ πριν το PSI. Αυτό το ποσό, μετά από το «κούρεμα» δεν ξεπερνά τα 120 με 160 εκατ. ευρώ.«Και όλα αυτά χωρίς να υπάρξει καμιά δέσμευση από την Κυβέρνηση για την κάλυψη της ζημιάς που προέκυψε από το κούρεμα των Ομολόγων (PSI) των Ασφαλιστικών Ταμείων», επισημαίνουν οι εργαζόμενοι.
Νέα βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος αποτελεί η γήρανση του πληθυσμού.Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία πενταετία οι νέοι συνταξιούχοι στη χωρα μας ανήλθαν σε 600.000 !Βάσει των δημογραφικών προβολών έως το 2030, οι Έλληνες θα συνεχίσουν να περνούν το ¼ της ενήλικης ζωής τους ως συνταξιούχοι. Η γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα συμβάλλει στην σταδιακή αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών και η συσχέτισή της με το υψηλό επίπεδο ανεργίας επιδεινώνει την δυσαναλογία εργαζομένων-συνταξιούχων ακόμη και εάν μηδενιστεί η ανεργία στην χώρα μας.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην γήρανση του πληθυσμού(ποσοστό αύξησης 21,4% μεταξύ των ετών 2001-2006) έναντι μέσου όρου της Ε.Ε. 17,2%.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα και η Ιταλία καταγράφουν τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων (9 %) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Γερμανία (8,49 %0) και την Πορτογαλία(8,5%ο).
Έτσι στην Ελλάδα σήμερα το 14% του πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών, ενώ προστίθενται σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία 100.000 άτομα ανά πέντε χρόνια με αποτέλεσμα το 2020 οι Ελληνες άνω των 65 ετών θα είναι άνω του 20% του πληθυσμού και το 2030 θα είναι περίπου το 30% του πληθυσμού (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2014).
Εντυπωσιακή ήταν η αύξηση του αριθμού των νέων συνταξιοδοτήσεων του Δημοσίου από το 2010 στο 2011, κυρίως λόγω της προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας που εφαρμόστηκε τον Νοέμβριο του 2011 και η οποία εξώθησε σε σύνταξη όσους είχαν τουλάχιστον 33 έτη συντάξιμης εργασίας και ηλικία 53 ετών.
Επίσης το 2011 καταγράφεται σημαντική αύξηση των νέων συνταξιοδοτήσεων του ΙΚΑ που, αν και για τους άνδρες διορθώνεται, για τις γυναίκες φαίνεται να επιμένει και στο 2012.
Αντίστοιχα το 2012 παρατηρείται αθρόα έξοδος στον ΟΓΑ τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Το 2013 καταγράφεται εντυπωσιακή αύξηση των νέων συνταξιούχων του ΟΑΕΕ, ειδικά των ανδρών, που σχεδόν διπλασιάστηκαν.Φαίνεται λοιπόν ότι ο αριθμός των νέων συνταξιούχων αυξήθηκε σε όλα τα ασφαλιστικά ταμεία, με μικρές χρονικές διαφοροποιήσεις, ενώ το 2013 ο συνολικός αριθμός των νέων συνταξιούχων καταγράφει οριακή μείωση.
Είναι εντυπωσιακό ότι ο αριθμός των νέων συνταξιούχων γυναικών σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ 2009 και 2012 και από 57.000 εκτοξεύτηκε στις 98.000. Για τους άνδρες οι αντίστοιχες νέες συντάξεις ήταν 95.000 το 2009 και 142.000 το 2011, αύξηση κοντά στο 50%.
Ελλειμμα συνολικού υψους 2 δισ. ευρω θα παρουσιάσουν, για το 2015, τα δύο μεγαλύτερα ασφαλιστικά ταμεία της χωρας: το ΙΚΑ και ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθερων Επαγγελματιων(ΟΑΕΕ).Συγκεκριμένα, έλλειμμα-μαμούθ ύψους 1,039 δισ. ευρώ θα εμφανίσει το ΙΚΑ το 2015.Ο ενοποιημένος προϋπολογισμός του ΙΚΑ θα έχει έλλειμμα 982,7 εκατ. ευρώ (941,9 εκατ. ευρώ στον κλάδο των συντάξεων και 40,8 εκατ. ευρώ στον κλάδο των παροχών σε χρήμα) το οποίο, ωστόσο, ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ, αν συνυπολογιστεί ο δανεισμός που θα γίνει για να διευκολυνθεί η καταβολή των συντάξεων.
Στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών(ΟΑΕΕ) το έλλειμμα για το 2015 εκτιμάται σε 545,748 εκατ. ευρώ.Μάλιστα, εκπρόσωποι των ασφαλισμένων που μετέχουν στο Δ.Σ. του Ταμείου εκτιμούν ότι το έλλειμμα μπορεί να φθάσει σε ύψη-ρεκόρ, αγγίζοντας το 1 δισ. ευρώ, καθώς θεωρούν ότι υπερεκτιμώνται τα έσοδα από πληρωμές ληξιπρόθεσμων οφειλών.