Η αντίσταση στον Τραμπ αρχίζει να διαμορφώνεται. Πολιτείες των ΗΠΑ προσπαθούν να βάλουν νομικά εμπόδια στις πρώτες αποφάσεις του νέου προέδρου. Ηδη τρεις εξ αυτών – Νέα Υόρκη, Μασαχουσέτη, Βιρτζίνια – καθώς και οι τοπικές Αρχές της πρωτεύουσας Ουάσιγκτον κατέφυγαν στα δικαστήρια υποστηρίζοντας ότι η απόφαση Τραμπ για την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών από 7 μουσουλμανικές χώρες παραβιάζει τις προβλέψεις του αμερικανού Συντάγματος για την προστασία των θρησκευτικών δικαιωμάτων.

Το Σαν Φρανσίσκο έγινε η πρώτη αμερικανική πόλη που αμφισβητεί νομικά τη διαταγή Τραμπ να μη δοθούν χρήματα από τις ομοσπονδιακές Αρχές προς τις λεγόμενες πόλεις – καταφύγια που δέχονται παράνομους μετανάστες. Η απόφαση αυτή υπολογίζεται ότι θα στοιχίσει στην πόλη τη διακοπή χρηματοδότησης ποσού που φθάνει και το ένα δισ. δολάρια. Οι νομικές κινήσεις αποτελούν την τελευταία πράξη ανυπακοής απέναντι στα προεδρικά διατάγματα του Τραμπ που έχουν ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών με χιλιάδες πολίτες να διαμαρτύρονται στους δρόμους.

Στην Καλιφόρνια οι Δημοκρατικοί εξετάζουν το ενδεχόμενο να μετατρέψουν ολόκληρη την Πολιτεία σε «καταφύγιο», απαγορεύοντας στους αστυνομικούς να συνεργάζονται με τις ομοσπονδιακές Αρχές για τη μετανάστευση. Αυτό ισχύει ήδη στο Σαν Φρανσίσκο και το Λος Αντζελες και είναι πιθανό να επεκταθεί. Δηλαδή οι αστυνομικοί δεν θα ενημερώνουν τους αξιωματούχους της Υπηρεσίας Μετανάστευσης ότι ένας παράνομος μετανάστης θα αφεθεί ελεύθερος. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δώσει οδηγίες στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας να δημοσιοποιεί κάθε εβδομάδα κατάλογο με τα εγκλήματα που διαπράττονται από μετανάστες.

Χθες και ο ΟΗΕ ανακοίνωσε πως η απαγόρευση εισόδου πολιτών από τις επτά μουσουλμανικές χώρες στις ΗΠΑ αποτελεί παραβίαση της διεθνούς νομοθεσίας και μπορεί να οδηγήσει στη μη χορήγηση ασύλου ατόμων που αν σταλούν πίσω στις πατρίδες τους θα υποβληθούν σε βασανιστήρια. Ειδικοί του διεθνούς οργανισμού προέτρεψαν την κυβέρνηση να προστατεύσει πρόσφυγες που φεύγουν από τη χώρα τους για να γλιτώσουν από τον πόλεμο και τους διωγμούς και να μην ασκεί διακρίσεις λόγω φυλής, εθνικότητας και θρησκείας.

Αυθαίρετη χαρακτήρισαν οι περισσότεροι ευρωβουλευτές, κατά τη διάρκεια συζήτησης στην Ευρωβουλή, χθες στις Βρυξέλλες, την έκδοση αυτού του προεδρικού  διατάγματος από τον Ντόναλντ Τραμπ. Η Υπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής Φεντερίκα Μογκερίνι χαιρέτισε τις διευκρινίσεις που εξέδωσαν οι Αρχές των ΗΠΑ ότι οι πολίτες της ΕΕ δεν θα επηρεαστούν από τις ταξιδιωτικές απαγορεύσεις, ακόμη και αν έχουν την ιθαγένεια μιας από τις επτά χώρες που αφορά το διάταγμα. Κατέστησε, ωστόσο σαφές, ότι «αυτό δεν αλλάζει τη συνολική μας αξιολόγηση για τις εκτελεστικές αυτές πράξεις. (…) Η ΕΕ δεν θα γυρίσει την πλάτη σε όποιον έχει το δικαίωμα διεθνούς προστασίας» είπε, προσθέτοντας ότι «αυτό πρεσβεύουμε και αυτό θα συνεχίσουμε να πρεσβεύουμε».

Ακόμα και η βρετανή πρωθυπουργός Τερίζα Μέι, η οποία στην αρχή είχε παραμείνει σιωπηλή, χθες χαρακτήρισε λάθος το αντιμεταναστευτικό διάταγμα Τραμπ, λέγοντας πως «σπέρνει τη διχόνοια και προκαλεί διαμάχες». Το περασμένο Σάββατο, παρά την πίεση των δημοσιογράφων που τη συνόδευαν στο ταξίδι της στην Τουρκία, η Μέι είχε αρνηθεί αρχικά να κάνει οποιοδήποτε σχετικό σχόλιο.

Στην Ουάσιγκτον χθες, καθώς η πόλωση μεταξύ των δύο κομμάτων έχει γιγαντωθεί, οι Ρεπουμπλικανοί στην αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας άλλαξαν τον κανονισμό που διέπει τη λειτουργία της, προκειμένου να επικυρωθούν χωρίς καθυστέρηση οι επιλογές του προέδρου Τραμπ για τα υπουργεία Υγείας και Οικονομίας. Ο κανονισμός που καταργήθηκε προβλέπει ότι στις ψηφοφορίες πρέπει να βρίσκεται παρών τουλάχιστον ένας Δημοκρατικός γερουσιαστής. Με τον τρόπο αυτό επικυρώθηκε η επιλογή του βουλευτή της Τζόρτζια Τομ Πράις για το τιμόνι του υπουργείου Υγείας και του επικεφαλής hedge fund Στιβ Μνούκιν για το υπουργείο Οικονομίας. Οι Δημοκρατικοί μποϊκοτάρισαν τη συνεδρίαση.

Στο μεταξύ, οι πολιτικοί αναλυτές συνεχίζουν να σχολιάσουν την αποπομπή από τον Τραμπ της υπηρεσιακής υπουργού Δικαιοσύνης Σάλι Γέιτς, επειδή αρνήθηκε να συμμορφωθεί στο αντι-μεταναστευτικό προεδρικό διάταγμα. Υπενθυμίζουν ότι είναι ο δεύτερος πρόεδρος στην αμερικανική ιστορία που διώχνει τον υπουργό Δικαιοσύνης και σχολιάζουν με νόημα ότι ο άλλος πρόεδρος που έκανε το ίδιο, ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον, μόλις 8 μήνες πριν παραιτηθεί από το αξίωμά του. Ο Νίξον είχε αποπέμψει τον υπουργό του εν μέσω της κρίσης του Γουότεργκεϊτ το 1973, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις που κατέληξαν στην ντροπιαστική αποχώρηση του ιδίου από τον Λευκό Οίκο.