Ενας αγώνας 22 ετών. Και μια μεγάλη πορεία. Ολα αυτά περικλείονται στο ισόγειο της πολυκατοικίας του Παλαιού Φαλήρου. Ημίφως, αρχείο, ο ακούραστος γραμματέας Πέτρος να εργάζεται και εγώ έχω μόλις μπει στον χώρο της μεγάλης σοπράνο και λυρικής τραγουδίστριας Βάσως Παπαντωνίου. Από εδώ ξεκινούν και συνοψίζονται όλες οι προσπάθειές της για την Ακαδημία Λυρικής Τέχνης Maria Callas: να ζωντανέψει το σπίτι όπου έζησε η κορυφαία ελληνίδα σοπράνο και να λειτουργήσει – επιτέλους – ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα για τη Λυρική Τέχνη, όπως η ίδια πεισματικά λέει. Σήμερα, 22 χρόνια μετά, κάνει μια γιορτή μνήμης για όλα αυτά. Με μια συναυλία στις 3 Δεκεμβρίου στον «Παρνασσό» με άριες από όπερες αλλά και μουσικά κομμάτια εμπνευσμένα από αυτές. Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Μυρσίνη Μαργαρίτη – υψίφωνος, Μαίρη-Ελεν Νέζη – μεσόφωνος, Ναταλία Γεράκη – φλάουτο, Μαρία Μπιλντέα – άρπα και Απόστολος Παληός – πιάνο. Η δεύτερη σειρά εκδηλώσεων, σε ειδική αίθουσα του ξενοδοχείου St. George Lycabettus, θα διαρκέσει έξι ημέρες και περιλαμβάνει στιγμιότυπα και ντοκουμέντα από τις εκδηλώσεις που έχουν διοργανωθεί μέχρι σήμερα, όπως βίντεο, φωτογραφίες κ.τ.λ. Η Βάσω Παπαντωνίου ξετυλίγει το νήμα όλων αυτών των ετών, θυμάται στιγμές της πορείας της αλλά και μας λέει το μυστικό πώς είναι να ζει με τον σύντροφο και σύζυγό της συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό.

Εβλεπα πως συμπληρώνονται τα 22 έτη της προσπάθειάς σας για την Ακαδημία Λυρικής Τέχνης Maria Callas. Πώς ξεκινάει το όραμα, η σκέψη σας, για την Ακαδημία λοιπόν;

Ξεκινάει από τη βαθιά πίστη μου ότι η μουσική είναι μια κοινωνική ομάδα που δεν στηρίζεται καθόλου από την Πολιτεία. Και άρα πρέπει εμείς να της δημιουργήσουμε υποδομές ώστε οι μουσικοί να ζουν, να χαίρονται με αυτό που κάνουν, να νιώθουν πως υποστηρίζονται και να μας δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό. Η μουσική παρηγορεί, αγκαλιάζει, σε βοηθάει να πάρεις δύναμη, να πιστέψεις σε αυτό που θες να κάνεις στη ζωή σου. Είναι μεγάλη ιστορία. Ξεκινάω από τη δική μου θέση ως τραγουδίστριας της όπερας και αναρωτιέμαι πώς γίνεται να βγάζουμε τόσο σημαντικούς καλλιτέχνες και να μην έχουμε ένα Θέατρο Οπερας. Γι’ αυτό και η εταιρεία που ίδρυσα – τότε ζούσα στο Παρίσι και το 1999 ήμουν βέβαιη πως η Πολιτεία δεν θα κατέβαλλε το κόστος – είχε στόχο πως πρέπει να πάμε σε έναν χορηγό. Και πήγα στο Ιδρυμα Νιάρχος, τότε ήταν ο πατέρας του κ. Δρακόπουλου. Μου είπε: Αυτό είναι ένα μεγάλο έργο που μας προτείνετε και αντάξιο του Ιδρύματος Νιάρχου αλλά ήλθατε αργά, αφού ο Χρήστος Λαμπράκης μάς έχει προτείνει να κάνουμε Μέγαρο Μουσικής στη Σπάρτη. Αυτό δεν είναι γνωστό. Αρα δεν μπορεί να γίνει αυτό. Επανέρχομαι εγώ πολύ αργότερα.

Στη συνέχεια;

Ενας φίλος έβγαζε μια φοβερή επιθεώρηση Τέχνης. Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, και μιλώ για το περιοδικό «Highlights». Και διοργάνωνε τότε στο Βυζαντινό Μουσείο μια εκδήλωση. Μια μεγάλη έρευνα για το τι ακούει, τι διαβάζει, τι βλέπει ο Ελληνας. Είναι ένας άνθρωπος με πυρετό, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια, και αυτό το χρηματοδοτούσε το Ιδρυμα Νιάρχος. Εκεί μου γεννιέται η ιδέα να προσπαθήσω ξανά. Μέσω του κ. Αγουρίδη αυτή τη φορά. Τότε το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος έψαχνε να κάνει γλυπτοθήκη στο θέατρο Μπάντμιντον. Και πάω εγώ και τους προτείνω αυτό. Εμείς ως εταιρεία, που είχαμε ιδρυθεί το 2000, είχαμε πάει στον χώρο του παλιού Ιπποδρόμου και μέσα στο τότε ΔΣ ήταν σύμμαχος η υπέροχη τέως υπουργός Ελισάβετ Παπαζώη που έκανε διάφορες μελέτες για τον χώρο. Είπαμε να γίνει εκεί πέρα και το Θέατρο Οπερας και η Εθνική Βιβλιοθήκη – έπεσε ως σκέψη. Φτάνουμε στο ότι το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος αποφασίζει το 2006 να αναλάβει την κατασκευή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Εμένα το όραμά μου ήταν να γίνει Θέατρο Οπερας και Ακαδημία Μαρία Κάλλας μαζί. Σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Τελικά δεν το δέχθηκαν και από κει και πέρα έχοντας μια ικανοποίηση για την πρόταση στο Νιάρχος πήγαμε στο κτίριο που έζησε η Μαρία Κάλλας στην Πατησίων. Το 2007.

Σε τι κατάσταση βρισκόταν τότε το κτίριο αυτό;

Το σπίτι της Κάλλας, πώς εντοπίστηκε; Σκεφτήκαμε πως θα ήταν ο καταλληλότερος χώρος για να γίνει η Ακαδημία. Υπουργός Ναυτιλίας τότε ήταν ο Μανώλης Κεφαλογιάννης.

Γιατί το λέτε;

Το λέω γιατί το κτίριο ανήκε στο ΝΑΤ. Και πάω σε εκείνον. Του λέω πως είναι κτίριο μεγάλης αξίας και έχει κριθεί διατηρητέο επί Μελίνας Μερκούρη. Του είπα την πρότασή μου για την Ακαδημία. Ηταν θερμός, μα η Μαρία Κάλλας ήταν άτυχη, όπως κι εγώ. Τόσα εμπόδια, τόσες ανατροπές. Την Κάλλας δεν την υπερασπίστηκε ποτέ κανείς σωστά.

Γιατί;

Εφυγε ο Κεφαλογιάννης. Πήγαμε στον επόμενο και φτάσαμε μετά στο ίδιο το ΝΑΤ. Καταθέτουμε τότε την πρότασή μας. Μπαίνω για πρώτη φορά με την άδειά τους, το κτίριο ήταν αριστουργηματικό, αλλά το 2009 έγινε κατάληψη και οι καταληψίες αποχώρησσν το 2013. Δεν μπορείς να φανταστείς τι καταστροφές έκαναν. Πήγα με τον περίφημο αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τομπάζη που τόσο πολύ συγκινήθηκε που έκανε τα πρώτα σχέδια ανασκευής και ανάπλασης.

Ηταν το πατρικό της αυτό;

Δεν ήταν το πατρικό της. Η Κάλλας γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και ήλθε εδώ το 1937. Εμεινε εκεί μέχρι το 1945. Εκεί όμως ξεκίνησε να πρωτοτραγουδάει. Με δασκάλα την περίφημη Ελβίρα ντε Ιδάλγο και στο Εθνικό Ωδείο. Αρα είναι τοπόσημο για την Κάλλας. Από κει έφευγε για να πάει στη Λυρική. Προσπαθήσαμε για την πρώτη σύμβαση τότε. Το 2008 καταθέτουμε την πρώτη πρόταση-μελέτη του Τομπάζη. Το 2009 έγινε η κατάληψη που σου είπα. Είμαστε βάρβαροι. Να διεκδικείς τα δικαιώματά σου είναι νόμιμο, αν και είμαστε όλοι ίσοι μα όχι όλοι ίδιοι. Στη συνέχεια σαν μη κερδοσκοπική εταιρεία που είμαστε, πήγαμε στον τότε δήμο επί Γεωργίου Καμίνη για να υπογράψουμε μια συμφωνία μεταξύ ΝΑΤ- δήμου και με εμάς για να βρούμε κονδύλια να ξεκινήσει η ανάπλαση. Υπογράφουμε ένα πρώτο μνημόνιο, αλλά ο Καμίνης αποχωρεί. Μετά, τον Απρίλιο του 2014, έρχεται μια ομάδα μηχανικών και μελετά όλα τα ανάγλυφα και το κτίριο και μας λένε πως θέλουν να βοηθήσουν. Και το κάνουν και με τις μελέτες τους πήγαμε εκ νέου στο ΥΠΠΟ. Το 2017 καταφέρνουμε με το ΝΑΤ και πέφτει η πρώτη υπογραφή μακροχρόνιας μίσθωσης με την υποχρέωση από εμάς να το αναπλάσουμε. Αμέσως μετά το ΝΑΤ… υπάγεται στον ΕΦΚΑ! Αλλα εμπόδια εκεί. Πέφτει νέα υπογραφή και συμφωνία πλέον. Ετσι πήγαμε στον σημερινό δήμαρχο Κώστα Μπακογιάννη και έτσι έγινε. Η πρώτη επίσκεψη του κ. Μπακογιάννη έγινε το 2020 που έμεινε έκπληκτος και παρά τη βανδαλισμένη κατάσταση. Και προχωράμε.

Πώς αισθάνεστε τώρα;

Είμαι συγκινημένη. Είναι ένας αγώνας που εγώ δεν διεκδικώ τίποτε. Αφού ξεκινήσουμε όλες τις εργασίες για την ανάπλασή του, που θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο χρόνια, ταυτόχρονα επεξεργαζόμαστε όσα χρειάζονται για να ιδρυθεί η Ακαδημία. Πάντως έχει δρομολογηθεί και γι’ αυτό το εορτάζουμε.

Πώς σχολιάζετε την καλλιτεχνική εκπαίδευση στην Ελλάδα;  

Για μένα πρέπει να γίνει σαφές τι εννοώ ως Λυρική Τέχνη. Είναι ένα πλέγμα δεξιοτήτων. Ο ερμηνευτής, ο μαέστρος που πρέπει να μάθει να ακολουθεί (γιατί εγώ υπέφερα από μαέστρους που δεν είχαν επαφή με τον τραγουδιστή). Ας μην ξεχνούμε πως έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση της Κάλλας ο μαέστρος Τούλιο Σεραφίν. Ή στη σκηνική της μεταμόρφωση ο Βισκόντι. Αρα θέλουμε μαέστρους, σκηνοθέτες, σκηνογράφους και ενδυματολόγους. Για να ανέβει μια όπερα, χρειάζεται όλους αυτούς συν τους λιμπρετίστες. Ελπίζω να υπάρχουν όλα αυτά τα επίπεδα και οι ειδικότητες στην Ακαδημία μας. Πουθενά δεν υπάρχει στον κόσμο. Ολες οι ακαδημίες έχουν ένα μέρος της Τέχνης, όχι όλα αυτά.

Πρωτοποριακό όλο αυτό…

Ετσι πιστεύω. Εχω ζήσει από μέσα και το ξέρω.

Εχει προχωρήσει στην Ελλάδα η λυρική τέχνη;

Οι χώροι δεν είναι αρκετοί. Για την εκπαίδευση δεν μπορώ να μιλήσω. Εμείς αυτό που θέλουμε να κάνουμε δεν είναι ανταγωνιστικό. Δεν έχει σχέση με τα ωδεία. Θα έλθουν τα παιδιά που θα έχουν τελειώσει τα ωδεία. Και θα θέλουν να ειδικευθούν. Εχουμε ταλέντα, ναι. Δεν έχουν βοήθεια όμως. Δεν δίνει σημασία η Πολιτεία.

Τα δικά σας πρώτα ερεθίσματα;

Δεν είχα ερεθίσματα. Γεννήθηκα με τη μουσική. Μέσα στη μουσική. Το περιβάλλον μου δεν ήταν τέτοιο που μου έδινε ερεθίσματα. Μικρασιάτες ήταν με τα δικά τους τα βάσανα. Γεννήθηκα στον Πειραιά και μετά ήλθα στο Παλαιό Φάληρο. Ξεκίνησα έξι ετών πιάνο και μετά ήλθε ο πατέρας μου, που δεν ήθελε να γίνω τραγουδίστρια, στον «Παρνασσό» για να δει διπλωματικές του πιάνου μου και με είδε να τραγουδάω. Και είπε στη μητέρα μου: Είναι τόσο καλή που δεν μπορώ να την εμποδίσω. Εγώ πήγα μετά στο Εθνικό Ωδείο και μετά στο Μιλάνο.

Και έχετε στιγμές μεγάλες στην πορεία σας, όπως η «Τραβιάτα» (1973) με τους Μορίς Μπεζάρ και Μάνο Χατζιδάκι.

Το μεγάλο ευτύχημα ήταν πως δεν με επέβαλε κανείς. Με διάλεξε ο Μορίς.

Πώς έγινε αυτό;

Με αγάπησαν κάποιοι πολύ. Εγώ εδώ έκανα την Υπνοβάτιδα του Μπελίνι. Θα ερχόταν μια μεγάλη ερμηνεύτρια για τον ρόλο αυτόν. Δύσκολος ρόλος. Το μπελ κάντο είναι μια εποχή και περίοδος της τραγουδιστικής τέχνης πολύ ιδιαίτερη και θέλει πολλή ευαισθησία. Δεν μιλώ μόνο για τη φωνή. Και μου έδωσε αυτόν τον ρόλο ο σχωρεμένος ο Βύρων Κολάσης. Και ψάχνανε και δεν βρίσκανε και εγώ είχα μελετήσει τον ρόλο αυτόν, είχα εκλεκτική συγγένεια με το μπελ κάντο. Θα ερχόταν τότε ο Νικόλαος Ζαχαρίου για να τραγουδήσει τον ρόλο του Ροδόλφο αλλά δεν ήθελε. Και ένας νέος σκηνοθέτης τότε, ο Τζουζέπε ντε Τομάζι. Ηταν μια μεγάλη επιτυχία. Αυτός ο σκηνοθέτης, που λάτρευε την Κάλλας, έκανε μια ομάδα. Με κάλεσαν στο Μιλάνο να κάνω ακροάσεις. Το πρώτο μου συμβόλαιο έγινε στη Βενετία για δύο όπερες. Ο ατζέντης με πήγε στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. Εκεί με τον Χοσέ Καρέρας τραγούδησα στους «Μποέμ». Και εκεί με είδε ο Μορίς Μπεζάρ. Εψαχνε μια Τραβιάτα. Και με επιλέγει. Πρώτα ανέβηκε στις Βρυξέλλες. Και κάλεσε τον Μάνο να τη διευθύνει.

Τι κρατάτε από αυτή τη σύμπραξη;

Ενας άνθρωπος που κάνει για πρώτη φορά τον ρόλο της Βιολέτας, που το κάνουν ερμηνεύτριες στην ωριμότητά τους, φαντάζεστε πώς αισθάνεται. Το πήρα πολύ πατριωτικά. Ηθελα πολύ και εγώ και ο Μάνος να πετύχουμε. Κρατώ μόνο την τότε αγωνία. Ο Χατζιδάκις, που όπως ξέρετε ήταν ευφυής και ευαίσθητος, θέλησε να με φέρει στη Λυρική. Εκεί όμως έγιναν άλλα…

Οπως;

Εγώ το γεγονός πως θέλω να βοηθήσω τους μουσικούς είναι παλιό και δεν είναι παραξενιά μου. Με ανησυχούσε η τύχη των μουσικών. Οπως και τώρα η τύχη των μουσικών του Τρίτου Προγράμματος. Εγώ τραγούδησα με τις μεγαλύτερες ορχήστρες ραδιοφωνίας. Δεν γίνεται να μην έχει η Ραδιοφωνία μας μια ορχήστρα. Τότε με τον Μάνο, οι ίδιοι οι μουσικοί είχαν τρεις θέσεις: Ραδιοφωνία, Κρατική, Λυρική κ.ά. Τρέχανε με το βαλιτσάκι από εδώ, εκεί. Γιατί η Πολιτεία δεν εξασφάλιζε έναν κανονικό μισθό. Το έθεσα το ζήτημα αυτό. Ισως, επειδή δεν ξέρω να φερθώ ως πολιτικός, αντί να με ακούσει η Πολιτεία… θύμωσαν οι μουσικοί. Ο Μάνος λοιπόν ενώ ήθελε να με φέρει ως μόνιμη εδώ – μου έκανε συμβόλαιο -, οι μουσικοί διαμαρτυρήθηκαν. Τότε έκανα την Αννα Μπολένα του Ντονιτσέτι σε κοστούμια του εκπληκτικού Νίκου Γεωργιάδη. Μια μεγάλη παράσταση. Εφυγα μετά από αυτό. Ο Μάνος ήθελε όμως να κάνουμε το «Μαχαγκόνι». Σκηνοθεσία του Μίνου Βολανάκη. Ο Μάνος με υπερασπίστηκε για τη μία θέση των μουσικών και ενώ θα τη διηύθυνε εκείνος, του κάναν κόντρα. Τελικά, όταν πήγα σπίτι του, του είπα να μη γίνει η παράσταση. Και με άκουσε. Και έγινε σε διεύθυνση άλλου. Μετά την παράσταση εγώ έφυγα.

Ζήσατε έξω πολύ…

Εχω ζήσει 20 χρόνια. Μιλάνο, Ρώμη και στη Γαλλία.

Τον Βασίλη Βασιλικό πότε τον γνωρίζετε;

Οταν ήταν στην ΕΡΤ, αρχές ’80. Από τότε είμαστε μαζί.

Κάπου διάβασα πως είναι σαν να μένετε και ζείτε μαζί σαν δύο πλανήτες.

Ετσι είναι.

Πώς είναι αλήθεια;

Θα ήταν πολύ δύσκολο αν δεν υπήρχε η τόση μεγάλη αγάπη και σεβασμός μεταξύ μας.

Συνεχίσατε πάντως για χρόνια στο τραγούδι.

Εχω κάνει πολλά – Βαρκελώνη, Παρίσι -, αλλά είπα ότι πρέπει να κάνω αυτό πια: την Ακαδημία. Εφερα εγώ για πρώτη φορά τον Κουρεντζή το 2007. Τον γνώρισα στην Αγία Πετρούπολη και είδα πως είναι φωτισμένος μαέστρος.

Ποιο είναι το κριτήριο για να το πείτε αυτό για έναν μαέστρο;

Δεν είναι στην κίνηση αλλά στην εσωτερική διεργασία. Εγώ δεν τραγούδησα ποτέ με τον λαιμό, υπάρχει κάτι που σε βοηθάει να μπεις, ει δυνατόν, σε αυτό που ο συνθέτης ήθελε τη στιγμή που έγραφε να μεταδώσει στον ακροατή. Διαίσθηση; Επικοινωνία; Δεν ξέρω. Το έχω νιώσει με τον μαέστρο Κλάουντιο Αμπάντο, με τον Ιβο Πογκορέλιτς τον πιανίστα. Εχω γράψει ένα μεγάλο κομμάτι στο περιοδικό «Λέξη» όταν τον άκουσα στο Παρίσι. Το θέμα είναι να υπάρχουν μουσικοί που να ανοίγουν ορίζοντες.