Πολυάριθμες έρευνες έχουν πλέον τεκμηριώσει με επιστημονικά δεδομένα τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος και για το λόγο αυτό η ιατρική κοινότητα συνιστά τη διακοπή του καπνίσματος, ως τον καλύτερο τρόπο για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα, οι οποίες μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν την ανάπτυξη ορισμένων τύπων Καρκίνου, Καρδιαγγειακών Παθήσεων και Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας.

Όσοι καπνιστές ωστόσο δεν επιλέγουν τη διακοπή του καπνίσματος, μπορούν να αντικαταστήσουν το τσιγάρο με εναλλακτικά προϊόντα, όπως τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα προϊόντα θέρμανσης καπνού, τα οποία απελευθερώνουν τη νικοτίνη, επιφέροντας δυνητικά λιγότερη βλάβη συγκριτικά πάντα με τη συνέχιση του καπνίσματος. Αξιόπιστοι οργανισμοί Δημόσιας Υγείας όπως ο Public Health England (PHE) και ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο τον ρόλο που μπορούν να παίξουν τα προϊόντα που περιέχουν νικοτίνη αλλά δεν περιλαμβάνουν καύση, ως εναλλακτικές του καπνίσματος επιλογές για όσους επιθυμούν να συνεχίζουν αυτή τη βλαβερή συνήθεια.

Η νικοτίνη χρησιμοποιείται επίσης, ως το βασικό συστατικό των θεραπειών υποκατάστασης

που έχουν σχεδιαστεί για να βοηθήσουν τους καπνιστές να διακόψουν το κάπνισμα.

Ωστόσο, παρά τη διαθέσιμη επιστημονική γνώση, ακόμα και σήμερα υπάρχει μια σχετική σύγχυση για τη λειτουργία της νικοτίνης και για τον ρόλο της στην εμφάνιση των ασθενειών που σχετίζονται με τοι κάπνισμα.

Τι ακριβώς είναι η νικοτίνη;

Η νικοτίνη είναι το πιο γνωστό συστατικό που εμπεριέχει το φυτό του καπνού. Είναι μια ουσία, η οποία μόλις εισέλθει στον εγκέφαλο δεσμεύεται με τους νικοτινικούς υποδοχείς ακετυλοχολίνης (nAChRs), που βρίσκονται στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου και προκαλεί την απελευθέρωση ντοπαμίνης, GABA, γλουταμινικού, ακετυλοχολίνης και νοραδρεναλίνης. Ως αποτέλεσμα, η νικοτίνη μπορεί να διεγείρει και τελικά να επηρεάζει τις βραχυπρόθεσμες λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως το συναίσθημα, τη μάθηση και τη μνήμη.

Η νικοτίνη μπορεί επίσης να  επιδράσει και σε άλλα όργανα στόχους, εκτός του εγκεφάλου. Για παράδειγμα, η επινεφρίνη απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος, οδηγώντας σε προσωρινή στένωση των αιμοφόρων αγγείων, υψηλότερη αρτηριακή πίεση και αυξημένο καρδιακό ρυθμό. Τέλος, η χρόνια έκθεση στη νικοτίνη έχει ως αποτέλεσμα την ανοχή, δηλαδή τη μειωμένη απόκριση στην ίδια δόση νικοτίνης, αλλά και την ευαισθητοποίηση, η οποία είναι μια αυξημένη απόκριση στην ίδια δόση νικοτίνης.

Αυτές οι αλλαγές στην απόκριση οδηγούν στην ανάπτυξη της εξάρτησης και μπορούν να

πυροδοτήσουν προσωρινά συμπτώματα στέρησης όταν κάποιος προσπαθεί να σταματήσει το

κάπνισμα.

Η νικοτίνη είναι σαφώς μια εθιστική ουσία και θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες από τη πολιτεία και τους επιστημονικούς φορείς να κρατηθούν μακριά οι μη καπνιστές και ιδίως οι νέοι, ή οι πρώην καπνιστές. Όμως , αντίθετα απ’ ό,τι πολλοί πιστεύουν, δεν αποτελεί την κύρια αιτία των ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα. Η καύση είναι η αιτία που παράγει τη συντριπτική πλειονότητα των τοξικών ενώσεων που βρίσκονται στον καπνό του τσιγάρου και προκαλούν τις ασθένειες. Ωστόσο, η νικοτίνη που περιέχεται στον καπνό του τσιγάρου δεν απαιτεί την καύση των φύλλων του καπνού, καθώς απελευθερώνεται στον αέρα σε θερμοκρασίες έως του σημείου βρασμού της, γύρω στους 247°C. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατό ο καπνός να θερμανθεί αρκετά ώστε να απελευθερώσει νικοτίνη, χωρίς να καίγεται. Σύγχρονες μελέτες έχουν δείξει σημαντική μέση μείωση των επιβλαβών και δυνητικά επιβλαβών ουσιών που περιέχονται στο αερόλυμα των προϊόντων θέρμανσης του καπνού, συγκριτικά με τον καπνό του τσιγάρου.

Με το κάπνισμα, τα μέγιστα επίπεδα νικοτίνης του αίματος επιτυγχάνονται σε περίπου έξι

έως δέκα λεπτά. Στη συνέχεια, τα επίπεδα της νικοτίνης στο αίμα πέφτουν στο

ήμισυ κάθε δύο ώρες κατά μέσο όρο. Οι περισσότερες θεραπείες υποκατάστασης νικοτίνης

(NRTs) δεν παρέχουν το ίδιο φαρμακοκινητικό προφίλ με το συμβατικό τσιγάρο, είναι

επομένως λιγότερο πιθανό να ικανοποιήσουν την ανάγκη του καπνιστή. Αντιθέτως, τα προϊόντα

θέρμανσης του καπνού έχουν παρόμοιο προφίλ επιπέδων νικοτίνης με το τσιγάρο.

Το κάπνισμα είναι ένα πρόβλημα Δημοσίας Υγείας

Είναι γνωστό ότι οι θάνατοι από το κάπνισμα ξεπερνούν τα 8 εκατομμύρια ετησίως, δηλαδή είναι σχεδόν οι διπλάσιοι από τους θανάτους λόγω της πανδημίας της Covid-19 μέχρι σήμερα. Από το 1999 έως το 2019 το κάπνισμα ευθύνεται για το 20,2% των θανάτων κάθε αιτιολογίας στους άνδρες και για το 5,8% στις γυναίκες. Η μείωση της βλάβης από το κάπνισμα εντός ενός αυστηρού και καλά τεκμηριωμένου ρυθμιστικού πλαισίου, υποστηρίζεται ήδη από πολλά κράτη, ως συμπληρωματική στρατηγική για τον έλεγχο του καπνίσματος. Οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας στην Αγγλία (PHE) και ο Οργανισμός Τροφίμων και φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) συμφωνούν ότι οι πολιτικές που στηρίζουν τη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα (Tobacco Harm Reduction) είναι προς τη σωστή κατεύθυνση για την προστασία και προαγωγή της Δημόσιας Υγείας.